προτατικός

-ή, -όν, Α [πρότασις]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πρόταση
2. το αρσ. ως ουσ. ὁ προτατικός
α) αυτός που μπορεί να κάνει προτάσεις
β) το πρόσωπο τού δράματος που εμφανίζεται μόνο στην αρχή.
επίρρ...
προτατικῶς Α
(συν. σε φράση) «ἐρωτῶ προτακτικῶς» — ερωτώ με μορφή πρότασης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προτατικός — capable of advancing a proposition masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτατικόν — προτατικός capable of advancing a proposition masc acc sg προτατικός capable of advancing a proposition neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτατικῶς — προτατικός capable of advancing a proposition adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτατικῷ — προτατικός capable of advancing a proposition masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • protático — ► adjetivo POESÍA De la prótasis de un poema dramático, en especial se aplica al personaje que sólo aparece en ella para hacer la exposición de la obra. * * * protático, a (del gr. «protatikós») adj. Liter. De la prótasis del *drama. ⊚ Liter. Se… …   Enciclopedia Universal

  • protático — protático, ca (Del gr. προτατικός). 1. adj. Perteneciente o relativo a la prótasis del poema dramático. 2. Se dice con particularidad del personaje que solo figura en ella para hacer la exposición de la obra …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.